διαλείπω

διαλείπω
leave an interval between
pres subj act 1st sg
διαλείπω
leave an interval between
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλείπω — (AM διαλείπω) [λείπω] υπάρχω ή γίνομαι κατά διαστήματα νεοελλ. (μτχ.) (για ασθένεια, σύμπτωμα ή φαινόμενο) διαλείπων, ουσα, ον αυτός που επαναλαμβάνεται κατά χρονικά διαστήματα αρχ. μσν. 1. παραλείπω, σταματώ να κάνω κάτι 2. αφήνω, εγκαταλείπω… …   Dictionary of Greek

  • διαλείπετε — διαλείπω leave an interval between pres imperat act 2nd pl διαλείπω leave an interval between pres ind act 2nd pl διαλείπω leave an interval between imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείπῃ — διαλείπω leave an interval between pres subj mp 2nd sg διαλείπω leave an interval between pres ind mp 2nd sg διαλείπω leave an interval between pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλιμπάνῃ — διαλείπω leave an interval between pres subj mp 2nd sg διαλείπω leave an interval between pres ind mp 2nd sg διαλείπω leave an interval between pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλειπόντων — διαλείπω leave an interval between pres part act masc/neut gen pl διαλείπω leave an interval between pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλελειμμένον — διαλείπω leave an interval between perf part mp masc acc sg διαλείπω leave an interval between perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλελοιπότα — διαλείπω leave an interval between perf part act neut nom/voc/acc pl διαλείπω leave an interval between perf part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλεῖπον — διαλείπω leave an interval between pres part act masc voc sg διαλείπω leave an interval between pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείπει — διαλείπω leave an interval between pres ind mp 2nd sg διαλείπω leave an interval between pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλείπομεν — διαλείπω leave an interval between pres ind act 1st pl διαλείπω leave an interval between imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.